ΑΛΥΣΙΔΑ  

Συνδετική κατασκευή που γίνεται με πολλούς μεταλλικούς κρίκους, ο ένας περασμένος μέσα από τον άλλο

Στα χιόνια τυλίγουμε τους τροχούς του αυτοκινήτου με αλυσίδες


ΣΥΡΜΑ  

Λεπτό και ισχυρό μεταλλικό νήμα

Ο ηλεκτρολόγος βάζει σύρμα


ΤΑΝΑΛΙΑ, ΠΕΝΣΑ  

Εργαλείο για σφίξιμο και τράβηγμα

Έβαλα λάθος καρφί και το έβγαλα με τανάλια


ΚΑΤΣΑΒΙΔΙ  

Εργαλείο για βίδωμα

Βιδώνω τις βίδες με το κατσαβίδι


ΣΦΥΡΙ  

Εργαλείο για κάρφωμα

Καρφώνω με το σφυρί


ΤΣΕΚΟΥΡΙ  

Εργαλείο για κοπή κορμών

Κόβω δέντρα με το τσεκούρι


ΛΑΒΙΔΑ, ΤΣΙΜΠΙΔΑ  

Εργαλείο για πιάσιμο μικρών αντικειμένων

Παίρνω το κομμάτι γλύκισμα με τη λαβίδα


ΤΣΙΜΠΙΔΑΚΙ  

Μικρή τσιμπίδα

Συνήθως οι γυναίκες χρησιμοποιούν τσιμπιδάκι για τα φρύδια τους


ΨΑΛΙΔΙ  

Εργαλείο για κοπή χαρτιού και υφάσματος

Οι γυναίκες κόβουν το ύφασμα με το ψαλίδι


ΠΡΙΟΝΙ  

Εργαλείο για κοπή ξύλου και μετάλλου

Στο εργοστάσιο κόβονται τα ξύλα με πριόνι


ΣΥΡΙΓΓΑ  

Εργαλείο για εισαγωγή ή εξαγωγή υγρού σε χώρο χωρίς άνοιγμα

Η νοσοκόμα κρατάει τη σύριγγα


ΛΙΜΑ  

Εργαλείο για λείανση

Οι γυναίκες χρησιμοποιούν λίμα για τα νύχια τους


ΧΤΕΝΑ, ΤΣΑΤΣΑΡΑ  

Εργαλείο για χτένισμα

Το πρωί στρώνω τα μαλλιά μου με χτένα


ΧΤΕΝΑΚΙ  

Μικρή και λεπτή χτένα

Ο μάγκας χτενίζεται με το χτενάκι και μετά το βάζει στο τσεπάκι


ΒΟΥΡΤΣΑ  

Εργαλείο για βούρτσισμα

Η βούρτσα βοηθάει στο ίσιωμα των μαλλιών στο κομμωτήριο